Η «βάφτισή» μου

Από την Καλλιόπη Πατέρα

Είμαι ο Μπελάς, τα ’χουμε ξαναπεί αυτά, και είμαι σκυλοδημοσιογράφος. Θα σας διηγηθώ σήμερα πώς «βαφτίστηκα» μ’ αυτό το αλλοπρόσαλλο όνομα από την Κ., τη δίποδη συνάδελφο που με περιμάζεψε.

OLYMPUS DIGITAL CAMERA

Δεν ήμαστε ούτε πέντε λεπτά στο σπίτι της και άρχισε να πανικοβάλλεται. «Πού έμπλεξα; Τι θα κάνω τώρα;» κ.λπ. κ.λπ. Καταλαβαίνοντας ότι η θέση μου ήταν επισφαλής, της έγινα στην κυριολεξία τσιμπούρι. Κόλλησα στο πόδι της και την ακολουθούσα παντού. Φώναξε ενισχύσεις, μια φίλη της, την Κ., σκέτη γλύκα! μου έφερε πιατάκια, φαγητό και λουράκι, και επιπλέον μύριζε και σκυλίτσα. Αργότερα έμαθα ότι είναι η μαμά της Ηβης. με κοίταξε και αποφάνθηκε: «Τεριεδάκι είναι». «ΟΚ», της απάντησε η δικιά μου, «όμως εγώ ήδη ζορίζομαι. Δεν μπορώ να κουνήσω ρούπι, είναι κολλημένος στο πόδι μου». με προβλημάτισε, δεν ήξερα αν η τακτική μου θα είχε τα επιθυμητά ή τα αντίθετα αποτελέσματα. Δεν είχα όμως καλύτερη, και έτσι επέμεινα στην ίδια. Την είδα να ψάχνει στο Ίντερνετ να βρει καταφύγιο να με δώσει. με έβγαλε μάλιστα και φωτογραφίες. Την άκουσα κάτι να λέει και για έναν γιατρό, αλλά αυτό από Δευτέρα. Ήταν Παρασκευή. Έχουμε καιρό, σκέφτηκα. First things first. Πρώτα πρέπει να καταφέρω να μείνω.

Την άλλη μέρα μάς επισκέφτηκε (με άδεια χέρια!) ένας ψηλός κύριος, ο Κ., άλλος φίλος της. Πολλά σούρτα-φέρτα έχουμε σ’ αυτό το σπίτι και πολλά Κ. Αν μείνω εδώ, αυτά θ’ αλλάξουν. Δεν θα το κάνουμε μπάτε, σκύλοι, αλέστε! Η δικιά μου, εκεί, το χαβά της: «Δεν το θέλω, δεν μπορώ, θα το δώσω». ΟΚ, τι αναίσθητος τύπος! χαμογελούσε πονηρά. Άρχισα κι εγώ να μυξοκλαίω. Ντρέπομαι που το λέω, αλλά ήμουν αποφασισμένος να μεταχειριστώ όλα τα μέσα. «Είσαι μεγάλος μπελάς», μου φώναξε η Κ. «Μπελά να τον βγάλεις», πετάχτηκε αυτός. Τότε κατάλαβα ότι ο τύπος ήταν με το μέρος μου. μέχρι εκείνη τη στιγμή δεν μου είχε δώσει όνομα. Έπεσε αμέσως στην παγίδα. με κοίταξε, το σκέφτηκε και είπε: «Tatli Bela», γλυκός μπελάς. μετά δικαιολογήθηκε για τα κινέζικα λέγοντας κάτι άλλα κινέζικα, «Ο-νο-μα, φύ-σις εν ενεργεία», που είπε κάποτε ένας Κινέζος μπάρμπας της, Δη-μό-κρι-το, κάπως έτσι τον λένε.

Ψιλοσιγουρεύτηκα ότι θα μείνω, αλλά ύστερα από λίγες μέρες με τσάντισε τόσο πολύ, που λίγο έλειψε να σηκωθώ να φύγω. Είμαστε στο πάρκο και μια κυρία την αποκάλεσε «μαμά μου». Τούρκος έγινε! «Δεν έχει μαμά», την ειρωνεύτηκε. «Είναι ορφανό! Αφεντικό έχει». Ο Θεός, όμως, αγαπά τον κλέφτη, αλλά αγαπά και τον νοικοκύρη. Λίγο αργότερα, μιλώντας με τον Κ. στο τηλέφωνο, την άκουσα να λέει: «Ήμουν με κάτι άλλες μαμάδες στο πάρκο…». Πανικός, ήττα, τι λέω; Πανωλεθρία! Καλά να πάθεις, σκέφτηκα.

Δεν ήξερε, η ανόητη, ότι εγώ είμαι το δικό της «λαχείο συντακτών».

 

1 Σχολιο

  1. Katerina giannaka says:

    Πολύ γλυκό κ τρυφερό κείμενο.Κ….πολύ γλυκός κ τρυφερός Μπελάς επίσης. Σας φιλώ κ τους δυό.

Σχολιαστε

Your email address will not be published. Required fields are marked *

*