Αφιερωμένο στο Θεριό

Από την Καλλιόπη Πατέρα

Οι τόποι έχουν το στοιχειό τους. Είναι η ψυχή τους, η τύχη τους, το δαιμόνιο, το στοιχείο τους. Αυτό ήταν το Θεριό για το Ρ. Για μένα ήταν σαν το τριαντάφυλλο στον πλανήτη του Μικρού Πρίγκιπα, μοναδικό.

P8200228

Δένεται κανείς με αυτούς που αγαπά, ακόμη και αν τους βλέπει 20 μέρες το χρόνο, μόνο τον Αύγουστο, στις διακοπές. Έτσι κι εγώ δέθηκα με το Θεριό. Θα μου πείτε, πώς το ξέρεις ότι το αγαπάς; Το ξέρω γιατί το σκέφτομαι το χειμώνα που δεν το βλέπω, και όταν το σκέφτομαι, η καρδιά μου χτυπά πιο δυνατά και έχω μια χαρά και μια αγωνία μαζί. Είναι καλά; Θα είναι εκεί όπως πέρυσι; Θα με θυμάται; Θα παίζουμε;

Τέσσερα χρόνια τώρα η ίδια ιστορία. Κάθε φορά το Θεριό ήταν καλά, και με θυμόταν και παίζαμε. Και φέτος, όταν φτάσαμε στο Ρ., το πρώτο βράδυ πήγαμε να το βρούμε. Ήταν εκεί, στο πόστο του. Μας καλωσόρισε, δείχνοντας τη χαρά του που γυρίσαμε στον τόπο του. Γιατί ο τόπος ήταν του Θεριού και κανενός άλλου. Ως συνήθως, ανέβηκε στην ποδιά της Κ., θρονιάστηκε, και δεν με άφηνε καν να την πλησιάσω. Πάντα το έκανε αυτό, καθόταν στην αγκαλιά της και απαιτούσε να το χαϊδεύει συνεχώς ή απλώς κοιμόταν εκεί ή πάνω στην τσάντα της. Αυτό με νευρίαζε αρκετά και επίσης ζήλευα πολύ την έκδηλη αγάπη και αδυναμία που του είχε η Κ. Δεν ήταν καν δίκαιη. Είχε μάτια μόνο για το Θεριό. Αλλά το αγαπούσα και του συγχωρούσα ακόμη και το ότι ήθελε τη δικιά μου Κ. δικιά του. Εξάλλου, ό,τι βρισκόταν στην επικράτειά του του ανήκε δικαιωματικά. Και την Κ. τη συγχωρούσα… Εμένα με έχει όλο το χρόνο, το Θεριό μόνο 20 μέρες.

Για να καταλάβετε το Θεριό, θα ’πρεπε να το έχετε ζήσει. Ήταν το πιο ανεξάρτητο ζωντανό (των ανθρώπων συμπεριλαμβανομένων) που έχω δει στη ζωή μου. Ήταν ο άρχοντας και η προσωπικότητα του χωριού, το πιο έξυπνο και το πιο όμορφο πλασματάκι του κόσμου. Έτσι μου φαινόταν εμένα, αλλά όλους τους εντυπωσίαζε και όλοι το σχολίαζαν. Αν το καταδεχόταν, θα ήταν τουριστική ατραξιόν. Όμως, το Θεριό ήταν περήφανο και τρυφερό συγχρόνως, ανεξάρτητο και χαδιάρικο, φοβερό και τρομερό, αλλά ενάμισι κιλό όλο κι όλο. Άφοβο. Μια μπουκίτσα ήταν και κυνηγούσε τις γάτες, χωρίς να τις πειράζει, μόνο γαβγίζοντας για να φύγουν. Μαζί του γάβγιζα και εγώ, που αλλιώς απλώς θα έστριβα α λα γαλλικά. Και οι γάτες, μόλις το έβλεπαν, ανέβαιναν στα δέντρα. Επιβαλλόταν.

Ερχόταν επίσκεψη στον Κ., εκεί όπου μένουμε εμείς, ένα χιλιόμετρο περίπου απόσταση από το δικό του σπίτι, μόνο του, διασχίζοντας ένα δρόμο επικίνδυνο λόγω των ηλιθίων που τρέχουν σε στροφές χωρίς καμία ορατότητα. Εκείνο όμως ένιωθε ότι ο δρόμος ήταν δικός του, δεν άφηνε τα άγρια να διώξουν τα ήμερα.

Μαζί του έκανα νυχτερινά μπάνια, στα βράχια κάτω από την ταβέρνα του Γ. που το φρόντιζε, γιατί αφεντικό το Θεριό δεν είχε, αν και έμενε στο σπίτι του. Ο Γ. το μεγάλωνε, το τάιζε, το πήγαινε στον γιατρό και στον κουρέα, αλλά νομίζω ούτε εκείνος κατά βάθος πίστευε ότι είναι το αφεντικό του Θεριού.

Το Θεριό μού έμαθε την «κρυφή» παραλία, δίπλα στις σπηλιές. Οταν είχε πολύ κόσμο, έφευγε από την παραλία μπροστά από το σπίτι του και πήγαινε στην άλλη, πίσω από τον μεγάλο κάβο, όπου δεν έχει σπίτια, δεν πηγαίνουν αυτοκίνητα και συνεπώς και δίποδα. Γιατί τελικά και τα δίποδα τετράποδα έχουν καταντήσει ή, αν θέλετε, τετράτροχα. Το ακολούθησα μία φορά που πήρε ένα μονοπάτι πάνω από τον τεράστιο βράχο, γκρεμό-γκρεμό, και έφτασε στη μεγάλη άδεια αμμουδιά. Με την ψυχή στο στόμα ήμουν, αλλά μαζί του κολλούσα και εγώ θάρρος. Τι ωραία που ήταν όμως… Τρέχαμε στην άμμο και δεν χορταίναμε. Εκεί ήταν και η Μπομπίτσα, που κανονικά δική της είναι η παραλία, αλλά, ως γνωστόν, αρχηγού παρόντος πάσα αρχή παυσάτω. Και τέτοιος ήταν το Θεριό. Γεννημένος αρχηγός, αν και το ίδιο ούτε αυτόν το ρόλο καταδεχόταν. Οι αρχηγοί δεν είναι ελεύθεροι και το Θεριό πάνω απ’ όλα έβαζε την ανεξαρτησία του. Βέβαια, εδώ αντέφασκε λιγάκι, γιατί συγχρόνως ήθελε να έχει τον έλεγχο παντού. Ενέκρινε ή όχι τους επισκέπτες, όσους συμπαθούσε τους το έδειχνε με τρυφερότητα, όσους αντιπαθούσε, χωρίς επιθετικότητα, απλώς αγνοώντας τους. Δεν κώλωνε ούτε μπροστά σε τεράστια σκυλιά, που εγώ και μόνο που τα έβλεπα μου κοβόταν κάθε τσαμπουκάς. Τα έβαζε στη θέση τους. Δεν άφηνε σε κανέναν κανένα περιθώριο αμφισβήτησης. Έπαιρνε το ρόλο του στοιχειού πολύ στα σοβαρά.

Το έβλεπα στην ταβέρνα να κάθεται στη μέση του τεράστιου κενού χώρου στην αυλή και να μην κουνάει ακόμη και όταν έρχονταν αυτοκίνητα. Έπρεπε ο οδηγός να μανουβράρει για να μην το πατήσει, αλλά εκείνο δεν κουνούσε ρούπι. Ήταν η θέση του και δεν την εγκατέλειπε, ούτε την παραχωρούσε.

Ένα ξεχωριστό πλάσμα, αυτό ήταν το Θεριό, μακάρι να του έμοιαζα και στο μικρό του δαχτυλάκι.

Δεκαπέντε μέρες φέτος ήμαστε αχώριστοι, απόδειξη ότι και το Θεριό με συμπαθούσε. Τον έβρισκα το πρωί στην πίσω παραλία, το βράδυ στην ταβέρνα. Σερβιριζόταν πρώτος από το δικό μου πιάτο και, αν δεν έκανε δύο ώρες να μασήσει μια μπουκιά, νομίζω ότι θα έμενα πάντα νηστικός. Ένα πρωί πήγα στην παραλία μας και δεν το είδα. Ούτε το βράδυ στην ταβέρνα. Δεν πολυανησύχησα γιατί Θεριό ήταν αυτό, μπορεί να έμενε το πρωί στην ταβέρνα και να πήγαινε το βράδυ στην παραλία. Δεν είχε πρόγραμμα, έκανε ακριβώς ό,τι επιθυμούσε τη στιγμή που το επιθυμούσε. Παρ’ όλα αυτά, η Κ., τη δεύτερη μέρα που δεν φάνηκε, ανησύχησε και ρώτησε το αφεντικό της Μπομπίτσας στην παραλία. «Το Θεριό το χάσαμε», της είπε. Το πάτησε ένας «οδηγός» που έκανε όπισθεν και δεν το είδε… χωρίς να το θέλει. Η Κ. έκανε δύο λεπτά να συνειδητοποιήσει τι της έλεγε. Ρωτούσε σαν να ήταν ακόμα ζωντανό. Μετά έκλαιγε με λυγμούς, είδα κι έπαθα να τη συνεφέρω. Την πήρα και γυρίσαμε στο δωμάτιο. Ούτε για θάλασσα είχαμε όρεξη ούτε για τίποτα. Εγώ έκανα δύο μέρες να το πιστέψω. Γύριζα γύρω-γύρω, ακολουθούσα τη μυρωδιά σου, τις διαδρομές σου και έψαχνα να σε βρω, Θεριό μου. Ώσπου αναγκάστηκα να δεχτώ την πραγματικότητα. Την κατάφωρη αδικία. Λυπήθηκα, πικράθηκα, στενοχωρήθηκα, έκλαψα (τη νύχτα, κρυφά), θύμωσα, έσκασα, καταράστηκα. Πάνω απ’ όλα ευχόμουν να μπορούσα να γυρίσω το χρόνο πίσω. Δεν το χωρούσε το μυαλό μου.

Θα σε θυμάμαι με το ένα αυτί ψηλά και το άλλο χαμηλωμένο σαν κουτ(σ)αβάκι που ήσουν. Θεριό μου, καλό μου, αγαπημένο μου.

 

Περισσότεροι… Μπελάδες

Έλα μια νύχτα ν’ αλητέψουμε

To μπακάλικο

Στα Κύθηρα με τον Χανς και τον Χ.

Το πρώτον της ζωής μου ταξείδιον (Μέρος 2ον)

Το πρώτον της ζωής μου ταξείδιον

Η εξαδέλφη Φλο

Η «βάφτισή» μου

Ξαφνικά πέρυσι το καλοκαίρι…

Tatli Bela (Γλυκός Μπελάς)

P8200228

Σχολιαστε

Your email address will not be published. Required fields are marked *

*