Αποστολή «Το μαλλί των Χριστουγέννων»

Από το συγγραφέα Νικόλα Ρώσση

Ένας σκύλος – υπερήρωας καλείται να σώσει τα Χριστούγεννα.

ΕΙΚΟΝΟΓΡΑΦΗΣΗ: ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΦΟΥΣΕΚΗΣ

ΕΙΚΟΝΟΓΡΑΦΗΣΗ: ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΦΟΥΣΕΚΗΣ

 

Το αγοράκι έφευγε για το σχολείο. Ο σκύλος το αποχαιρέτησε και πετάχτηκε από το πορτάκι που οδηγούσε στην κρυφή σπηλιά κάτω από το σπίτι. Είχε ήδη φορέσει τη στολή του υπερήρωα, οπότε δεν έχασε χρόνο στο ντύσιμο. Έτρεξε στο αμάξι και έβαλε εμπρός τη μηχανή.

«Γουφ!»

«Αναγνώριση φωνής επιτυχημένη,» μία γλυκιά φωνή είπε. «Η εντολή σας έγινε δεκτή. Προορισμός: Κεντρικά.»

ΕΙΚΟΝΟΓΡΑΦΗΣΗ: ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΦΟΥΣΕΚΗΣ

ΕΙΚΟΝΟΓΡΑΦΗΣΗ: ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΦΟΥΣΕΚΗΣ

Το αμάξι πήδηξε με φόρα και μπήκε στον υπόνομο. Ο σκύλος άνοιξε τον Προυστ που διάβαζε, αλλά τινάχτηκε πρώτα στο πλάι, καθώς το όχημα έστριψε για να αποφύγει ένα γιγάντιο χρυσόψαρο, και έπειτα προς τα εμπρός. Έκλεισε ενοχλημένος το βιβλίο και αναστέναξε, χαζεύοντας τους κροκόδειλους που λιάζονταν νωχελικοί στον υπόνομο. Μετά από λίγα λεπτά, το αμάξι φρέναρε απότομα και ξεμύτισε μέσα από το στόμιο του υπονόμου για να μπει σε έναν τεράστιο χώρο. Εκατοντάδες άλλα οχήματα, όλων των μεγεθών και σχημάτων, ήταν παρκαρισμένα εκεί. Ο σκύλος περίμενε μέχρι να ξεπαρκάρει μία κότα και να μπορέσει να στριμωχτεί το αμάξι του στη θέση της.

Έτρεξε στο ασανσέρ και στριμώχτηκε κάτω από ένα γορίλα. «Ποιον όροφο;» γρύλισε ο γορίλας και έξυσε τη μασχάλη του.

Ο σκύλος σούφρωσε τη μύτη του. Δεν έχει ακούσει πόσο ευαίσθητη είναι η όσφρησή μας; «Γουφ,» είπε και κράτησε την αναπνοή του.

ΕΙΚΟΝΟΓΡΑΦΗΣΗ: ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΦΟΥΣΕΚΗΣ

ΕΙΚΟΝΟΓΡΑΦΗΣΗ: ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΦΟΥΣΕΚΗΣ

Λίγο αργότερα, η πόρτα άνοιξε και ο σκύλος πετάχτηκε έξω. Πήρε μια βαθιά ανάσα πριν συνεχίσει προς το γραφείο του προϊσταμένου του. Διέσχισε το μακρύ διάδρομο και γρατζούνισε μία πόρτα στο τέλος του. Μετά από λίγες στιγμές, η πόρτα άνοιξε με έναν αναστεναγμό.

«Καλώς τον!» φώναξε το αφεντικό του μόλις τον είδε. Ήταν ένας μεγαλόσωμος βάτραχος, καθισμένος σε μια δερμάτινη καρέκλα. «Θα αναρωτιέσαι, φαντάζομαι, γιατί σε κάλεσα εδώ σήμερα.»

Ο σκύλος δεν απάντησε. Αυτή ήταν η αγαπημένη φράση του αφεντικού του. Τη χρησιμοποιούσε παντού. Μια φορά την είχε πει στο ασανσέρ, απευθυνόμενος στους υπόλοιπους επιβάτες – κι ας τους συναντούσε για πρώτη φορά.

Μια παχιά μύγα ζουζούνιζε στο αυτί του σκύλου, τραβώντας του την προσοχή. Η γλώσσα του βατράχου πετάχτηκε και τη γράπωσε, φέρνοντάς την στο στόμα του. Μασουλώντας δυνατά, συνέχισε να μιλάει. «Μόλις (κρατς κρατς) μας ενημέρωσαν ότι οι αγορές έχουν ξεμείνει από μαλλί. Δεν υπάρχει καν αρκετό μαλλί για τα πουλόβερ που θα φτιάξουν οι γιαγιάδες στα εγγονάκια τους για τα Χριστούγεννα.» Κατάπιε και συνέχισε.

«Εντοπίσαμε τον ένοχο. Οι γάτες έχουν μαζέψει όλες τις μπάλες μαλλί για να έχουν να παίζουν το νέο χρόνο. Καταλαβαίνεις, πιστεύω, το πρόβλημα.»

«Γουφ.»

«Ακριβώς. Πώς θα ζεσταίνονται τα παιδάκια το Καλοκαίρι;»

Ο σκύλος θυμήθηκε ότι οι βάτραχοι, ως ψυχρόαιμοι, νιώθουν έντονα το κρύο.

«Γουφ.»

«Καλά, και το Χειμώνα. Αν και το Χειμώνα ας κάθονται σπίτια τους. Ας μπουν μέσα στο τζάκι. Είναι ανάγκη να βγαίνουν έξω;»

«Γουφ,» είπε αυστηρά ο σκύλος.

Ο βάτραχος κρέμασε τα μούτρα του κι έριξε μια ματιά έξω. «Δίκιο έχεις. Τα Χριστούγεννα όλοι θέλουν να παίζουν χιονοπόλεμο.» Συνοφρυώθηκε, και ένα μάτι του κοίταξε το σκύλο, ενώ το άλλο παρέμεινε καρφωμένο έξω από το παράθυρο. «Τέλος πάντων, το θέμα είναι ότι οι γιαγιάδες χρειάζονται μαλλί. Πρέπει να πας να μιλήσεις στις γάτες.»

«Γουφ,» είπε ο σκύλος και έφυγε τρέχοντας.

Ευτυχώς, το ασανσέρ ήταν άδειο στην επιστροφή. Έκανε μόνο μία στάση, για να πάρει τα απαραίτητα. Είχε αντιμετωπίσει πολλές φορές τις γάτες, και ήξερε πια πώς να φερθεί.

«Γουφ,» είπε μόλις μπήκε στο αμάξι.

«Αναγνώριση φωνής επιτυχημένη,» επανέλαβε η γλυκιά φωνή. «Η εντολή σας έγινε δεκτή. Προορισμός: Λημέρι γατιών.»

Λίγα λεπτά αργότερα, ο σκύλος βρέθηκε μπροστά σε μια εγκαταλειμμένη αποθήκη. Δύο τεράστιες, σκουριασμένες πόρτες, ασφαλισμένες με ένα θεόρατο λουκέτο, εμπόδιζαν την πρόσβαση στο εσωτερικό της. Ο σκύλος ήξερε ότι η αληθινή είσοδος ήταν αλλού, και προχώρησε προσεκτικά στο φιδίσιο, σκοτεινό στενό που οδηγούσε στο πίσω μέρος του κτιρίου.

«Για πού το’βαλες, φιλαράκι;»

ΕΙΚΟΝΟΓΡΑΦΗΣΗ: ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΦΟΥΣΕΚΗΣ

ΕΙΚΟΝΟΓΡΑΦΗΣΗ: ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΦΟΥΣΕΚΗΣ

Η φωνή ήρθε μέσα από τις σκιές που αγκάλιαζαν το κτίριο. Ένας μεγάλος, ριγωτός γάτος γλίστρησε στο στενό, σαν ένα κομμάτι σκιάς να είχε βγάλει πόδια και μυτερά αυτιά με μοναδικό σκοπό να κόψει το δρόμο του σκύλου. Ο ψυχρός τόνος της φωνής ερχόταν σε αντίθεση με τη φιλικότητα των λέξεων και κατέβασε αρκετούς βαθμούς τη θερμοκρασία.

«Γουφ.»

«Κανείς δεν βλέπει το αφεντικό. Το καλό που σου θέλω—»

Ο σκύλος έβγαλε από την μπέρτα του ένα στρογγυλό κουδουνάκι και το έστειλε να κυλίσει στο δρόμο. Αμέσως, ο γάτος έτρεξε πίσω του, και του έδωσε μια σπρωξιά. Γύρισε ανάσκελα και το τίναξε στον αέρα με τα πίσω πόδια του. Το κουδουνάκι κύλισε παρακάτω, γεμίζοντας το δρόμο με το μεταλλικό του ήχο.

Χωρίς να χάσει χρόνο, ο σκύλος προχώρησε και βρήκε ένα ανοιχτό πορτάκι, στο πλευρό του κτιρίου. Γλίστρησε μέσα του και μπήκε σε ένα στενό διάδρομο που οδηγούσε στα σωθικά του κτιρίου. Μύριζε γράσο, μούχλα κι εγκατάλειψη – αλλά και μαλλί. Διέσχισε το διάδρομο και έφτασε σε μία πόρτα. Ένας δεύτερος γάτος, ακόμα μεγαλύτερος από τον πρώτο, καθόταν μπροστά της. Τινάχτηκε μόλις είδε το σκύλο.

«Τι κάνεις εσύ εδώ;» τον ρώτησε και τίναξε ενοχλημένος τα αυτιά του. Η κορυφή έλειπε από το ένα τους, κάνοντάς τον να δείχνει συνέχεια θυμωμένος.

Αντί να απαντήσει, ο σκύλος έβγαλε από την μπέρτα ένα μπρελόκ λέιζερ και το άναψε. Μία πράσινη κουκίδα εμφανίστηκε πίσω από το γάτο, που έστριψε απότομα το κεφάλι του. Τινάχτηκε μανιασμένα και τη γράπωσε ανάμεσα στα πόδια του, όμως αυτή ξέφυγε και έτρεξε στον πέρα τοίχο. Ο γάτος όρμησε κατά πάνω της, αφήνοντας αφύλαχτη την πόρτα. Ο σκύλος την άνοιξε και την κλείδωσε πίσω του, αγνοώντας τις διαμαρτυρίες του γάτου που έψαχνε ακόμα την κουκίδα ανάμεσα στις πατούσες του.

Πάει κι αυτό. Ο σκύλος ακούμπησε την πλάτη του στην πόρτα και γούρλωσε τα μάτια. Η αποθήκη ήταν ασφυκτικά γεμάτη μπάλες μαλλί. Χιλιάδες χιλιάδων μπάλες όλων των χρωμάτων έφταναν μέχρι το ταβάνι και ξεχείλιζαν από τα παράθυρα. Μακάρι να’ταν μαζί μου το τέρας της ντουλάπας! Θα’τρωγε μαλλί μέχρι σκασμού!

«Επιτέλους, έχουμε όλο το μαλλί που χρειαζόμαστε,» ακούστηκε μια φωνή πίσω του, και ο σκύλος κρύφτηκε πίσω από την πόρτα. Δύο γάτοι πλησίαζαν, γουργουρίζοντας ευχαριστημένοι. Ο ένας ήταν διπλάσιος από τον άλλο, αλλά ο μικρός φορούσε ένα χαριτωμένο γιλεκάκι κι ένα παπιγιόν που φανέρωνε την υψηλή του θέση.

Ο σκύλος τον αναγνώρισε αμέσως. «Γουφ!» φώναξε και πήδηξε μπροστά τους, κόβοντάς τους το δρόμο. Οι γάτοι πάγωσαν.

«Πάνω του!» φώναξε ο μικρόσωμος γάτος, και ο δεύτερος γάτος χίμηξε στο σκύλο.

Χωρίς να χάσει χρόνο, ο σκύλος άρπαξε μια μπάλα μαλλί και την τίναξε προς το ταβάνι. Πιάστηκε σε έναν ανεμιστήρα που γύριζε νωχελικά, και άρχισε να ξετυλίγεται. Μαγνητισμένος από το θέαμα, ο γάτος έστρεψε την προσοχή του στην κλωστή που πέρασε μπροστά από τη μύτη του. Άφησε ένα θυμωμένο μουγκρητό και έτρεξε πίσω της, μαγκώνοντάς την με τα νύχια του. Όμως, ο ανεμιστήρας συνέχισε να γυρνά, τραβώντας την. Τυφλωμένος από το θυμό του, ο γάτος άρχισε να την κυνηγά, πηδώντας κάθε τόσο για να την πιάσει.

Ο σκύλος πλησίασε το μικρόσωμο γάτο, που κούρνιασε τρομαγμένος, γουρλώνοντας τα μάτια.

«Γουφ.»

«Όντως, πάει καιρός,» συμφώνησε ο γάτος. «Από το Κάιρο, όταν εμποδίσαμε τα δελφίνια να κλέψουν τις πυραμίδες.»

«Γουφ,» συμφώνησε ο σκύλος. Κι έπειτα, πιο αυστηρά: «Γουφ!»

«Τι εννοείς δεν υπάρχει αρκετό μαλλί για τα πουλόβερ των γιαγιάδων;»

Ο σκύλος του έδειξε με την πατούσα την ασφυκτικά γεμάτη αποθήκη.

«Γουφ,» επανέλαβε.

Ο γάτος σήκωσε τους ώμους. «Ε, καλά, υποθέτω ότι κι εμείς το παρακάναμε λιγάκι. Αλλά κι οι γιαγιάδες δεν πάνε πίσω. Σου’χω δείξει τη φωτογραφία από πέρσι;» Έβγαλε μια κορνίζα από το γιλέκο του και έδειξε τη φωτογραφία στο σκύλο, που δάγκωσε το πάνω χείλος του για να μην βάλει τα γέλια.

Εικόνα από το galleryhip.com

Εικόνα από το galleryhip.com

«Είδες;» αναστέναξε ο γάτος. «Γι’αυτό σου λέω, είναι επικίνδυνες οι γιαγιάδες.» Έξυσε το πηγούνι του. «Αν σου αφήναμε τα μισά;»

«Γουφ!» έκανε ο σκύλος και πλησίασε απειλητικά.

«Καλά, καλά. Αλλά θα μας αφήσεις αρκετά και για μας, έτσι;»

Ο σκύλος τον κοίταξε προσεκτικά και έγνεψε. «Γουφ,» του υποσχέθηκε. Έπειτα έβγαλε ένα ματσάκι δυόσμο από την μπέρτα του.

«Δυόσμος! Εντάξει, έχεις το λόγο μου.» Ο γάτος έριξε το ματσάκι στο πάτωμα και άρχισε να κυλιέται πάνω του, γουργουρίζοντας ευχαριστημένος.

Ο σκύλος χαμογέλασε ευχαριστημένος. Τα Χριστούγεννα είχαν σωθεί. Οι γιαγιάδες θα είχαν αρκετό μαλλί για τα πουλόβερ τους. Τίναξε το αυτί του, ενεργοποιώντας τον ασύρματο.

«Γουφ.»

«Ερχόμαστε αμέσως,» μια φωνή ακούστηκε στο αυτί του.

«Γουφ,» τους προειδοποίησε.

«Πόσο μαλλί;» Η φωνή ακούστηκε ξαφνιασμένη.

«Γουφ,» επιβεβαίωσε ο σκύλος.

«Εντάξει, ερχόμαστε.»

Ο σκύλος έριξε μια ματιά στο ρολόι του. Σε λίγο θα γύριζε το αγοράκι από το σχολείο, και αυτός δεν είχε προλάβει καν να ενημερώσει τα Κεντρικά! Έπρεπε να βιαστεί…

* Όσο ο σκύλος έσωζε τα Χριστούγεννα, το αγοράκι έψαχνε το χαμένο του χαμόγελο. Ακολουθήστε τις περιπέτειές του στο νέο παραμύθι του Νικόλα Ρώσση, Το Χαμένο Χαμόγελο (εκδόσεις ΔΕΛΤΑ). Διαβάστε το δωρεάν στο blog του!

cover_smile500

Ποιοι είμαστε;

Νικόλας Ρώσσης

Δημήτρης Φουσέκης

 

Θέλετε να διαβάσετε περισσότερες ιστορίες στις ΤΡΙΧΕΣ; 

Η Γιέκη & οι άλλοι

Μπελαλίδικα

Ο γάτος που δεν ήθελα

Όσα μου έμαθαν οι γάτες

Πάμε βόλτα;

Οι περιπέτειες του Barney

Ο εξόριστος γάιδαρος του Πηλίου

Η απίστευτη ιστορία του Όσκαρ Φοξ

 

Διαβάστε για την όσφρηση του σκύλου

Κάτι μου μυρίζει…

Σκυλιά που εντοπίζουν καρκίνους;

Από κυνηγοί… οικολόγοι: σκύλοι στην υπηρεσία της άγριας φύσης

Βόλτες… extra large για ευτυχισμένα σκυλιά

 

Σχολιαστε

Your email address will not be published. Required fields are marked *

*